#navbar-iframe { display: none !important; }
Αγαπητοί αναγνώστες. Το blog δημοσιεύει άρθρα από διάφορες πήγες. Δεν φέρει καμιά ευθύνη για όσους τα υπογράφουν. Πιστεύουμε πως με αυτόν τον τρόπο συμβάλουμε στον διάλογο που πρέπει να υπάρξει στους κόλπους της αριστεράς.

ΜΗΝΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΒΡΥΣΙΕΣ ΔΕΝ ΔΕΧΟΜΑΣΤΕ.... Και προσοχή, δεν αντέχουμε το ξύλο....!!!

Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Ας μιλήσουμε για τις οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας


Του  Γιώργου Γιαννακέλλη   απο Βαθυ Κοκκινο

 Μέρος 1ο
Η τακτική να παίρνεις επιλεγμένα αποσπάσματα από έργα θεωρητικών και να προσπαθείς να επιχειρηματολογήσεις στα συμπεράσματα που ήδη έχεις καταλήξει, είναι τόσο παλιά όσο και οι λάσπες.
Κάποια ρήση μάλιστα λέει ότι «αν πάρεις αποσπάσματα απ’ το Ευαγγέλιο μπορείς να βγάλεις τον Χριστό Αντίχριστο».

Στην προκειμένη περίπτωση ο Ν. Μπογιόπουλος δεν χρησιμοποιεί «Τας γραφάς» αλλά τον Λένιν, τον Μαρξ, τον Τσε κ.α για να υπερασπιστεί την θέση του ΚΚΕ, που δεν είναι παρά η υπεράσπισης της αστικής νομιμότητας και η πολεμική εναντίον σε όσους επιλέγουν τις οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας.


Σε τέτοια ζητήματα, ειδικά όταν προσεγγίζεις το θέμα της λαϊκής αντιβίας και τις μορφές που εκδηλώνετε σε κάθε ιστορική εποχή, δεν είναι ότι ποιο ιδανικό να παίρνεις αποσπάσματα βιβλίων και να τα χρησιμοποιείς όπως σε βολεύουν, παραγνωρίζοντας "τόπο και χρόνο" δηλαδή πότε γράφτηκαν και σε τι συνθήκες. Πόσο μάλλον όταν πολύ εύκολα μπορεί να αντικρουστούν με άλλα αποσπάσματα κειμένων των θεωρητικών που επικαλείσαι. Και αυτό θα το αποδείξουμε στην συνέχεια.

Θα «παίξουμε», δηλαδή, στο «γήπεδο» του δημοσιογράφου, αφού πούμε εκ των προτέρων ότι η αντιπαράθεση τσιτάτων –και μάλιστα λογοκριμένων όπως κάποια που παρουσιάζει ο Ν.Μ- δεν βοηθάνε τον αναγνώστη να σχηματίσει ολοκληρωμένη άποψη για το ζήτημα που αναφέρονται.

Επειδή το θέμα που προέκυψε –αφορμή ήταν η αποστολή στον πρώην πρωθυπουργό Παπαδήμο ενός παγιδευμένου με εκρηκτικά φακέλου- με ένα μήνυμα που στείλαμε στην ραδιοφωνική εκπομπή του Ν. Μπογιόπουλου, μια ανάρτηση δική μου στο μπλοκ μας και μια απάντηση που μας έδωσε ο δημοσιογράφος μέσα από την ιστοσελίδα «Ημεροδρόμος», ας κάνουμε μια εισαγωγή.

Αρχικά, ας μην προσπεράσουμε τον τρόπο που αντιμετώπισε η ελληνική κοινωνία –και αυτό δεν είναι «υποταγή στο αυθόρμητο», όπως μπορεί να βιαστεί να ισχυριστεί κάποιος- την επίθεση που δέχτηκε ο πρώην πρωθυπουργός – τραπεζίτης. Και για να το προχωρήσουμε παραπέρα να πούμε ότι σήμερα σε μια κοινωνία που έχει εξαθλιωθεί από τις βάρβαρες ταξικές πολιτικές τους όσο και να προσπαθούν ορισμένοι –κύρια καθεστωτικοί δημοσιοκάφροι- δεν μπορούν να αναβιώσουν εποχές τρομολαγνείας και τρομοϋστερίας.

Μάλιστα πιθανόν να δημιουργούσε και αισθήματα χαράς στον λαϊκό κόσμο αν κάποιες οργανώσεις εκτελούσαν μερικά κοινωνικά παράσιτα. Οι μάζες αντιλαμβάνονται ότι τα προβλήματα τους δεν τα δημιουργούν κάποιοι θιασώτες του αντάρτικου πόλης, αλλά ότι οι πραγματικοί τρομοκράτες είναι αυτοί που καθορίζουν την πολιτική που μας οδηγεί στην απόλυτη ένδεια και εξαθλίωση.
Δεν κινδυνεύει δηλαδή η κοινωνία μας από κατασκευασμένους, ανύπαρκτους εχθρούς.

Άλλη είναι η βία που απειλεί όλο το λαό μας και όχι τα επιλεγμένα χτυπήματα των οργανώσεων μειοψηφικής ένοπλης βίας. Και αυτή είναι η βία της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Μιας βίας που δεν έχει ενόχους, δεν δικάζεται από κανένα δικαστήριο και οι δράστες της είναι οι εγκληματίες του λευκού κολάρου που υπηρετούν και στηρίζουν το απάνθρωπο καπιταλιστικό σύστημα. 

Αξιοσημείωτο είναι επίσης αυτό που διαπιστώνει όποιος έχει επαφή με τον κόσμο της εργασίας και τα λαϊκά στρώματα: Για πρώτη φορά μετά την μεταπολίτευση η ένοπλη πάλη έχει απενοχοποιηθεί στην συνείδηση όχι μόνο κάποιων νεολαίων αλλά και σε άτομα που μέχρι πριν μερικά χρόνια αυτό ήταν αδιανόητο. 

Και για να μην υπάρξει καμιά παρανόηση να επαναλάβουμε το αυτονόητο για τους κομμουνιστές: Η απελευθέρωση της εργατικής τάξης από τα δεσμά της αστικής δικτατορίας είναι καθήκον της ίδιας και είναι αδιέξοδη η μορφή αγώνα που έχουν επιλέξει όσοι έχουν επιλέξει την ένοπλη μειοψηφική πάλη.  

Ας θυμηθούμε και μια άποψη που διατύπωσε ο Δημήτρης Κουφοντίνας μετά από αρκετά χρόνια που βρίσκεται στην φυλακή: «Ο ριζικός κοινωνικός μετασχηματισμός δεν μπορεί παρά να είναι έργο της κινητοποιημένης και οργανωμένης κοινωνίας. Η δράση του αντάρτικου πόλης δεν μπορεί να νοηθεί σε αντίθεση με τη λαϊκή κινητοποίηση, ανεξάρτητα και αποκομμένα από αυτήν. Αν δεν υπάρχει λαϊκή στήριξη στο αντάρτικο σχέδιο, αναπόφευκτα αυτό οδηγείται στην αποτυχία. Ο αγώνας δεν μπορεί να είναι καθαρά στρατιωτικός. Χρειάζεται να είναι πολιτικοστρατιωτικός».

Μήπως στην εποχή μας δεν υπάρχουν κομμουνιστικά κόμματα που δίπλα στην νόμιμη δουλειά που κάνουν διαθέτουν τους παράνομους μηχανισμούς τους οι οποίοι πραγματοποιούν εκτελέσεις καθαρμάτων, "απαλλοτριώσεις" τραπεζών, για να χρηματοδοτηθεί ο επαναστατικός αγώνας τους κλπ; Η Τουρκία είναι δίπλα μας. Ας ρίξουν μια ματιά αυτοί που έχουν σαν ευαγγέλιο την αστική νομιμότητα τί συμβαίνει στο επαναστατικό κίνημα της γειτονικής χώρας.

Οποιος δεν θέλει να κλείνει τα μάτια του στα κοινωνικά φαινόμενα χωρίς μεγάλη προσπάθεια θα βρει την μήτρα που γεννάει τις οργανώσεις μειοψηφικής ένοπλης βίας.

Υπάρχει κοινωνικός πόλεμος. Και συνέχεια γίνεται πιο αμείλικτος. Η αστική τάξη διαθέτει τις δυνάμεις καταστολής, τους νόμους, τους μηχανισμούς που προσπαθούν να διαμορφώσουν πρότυπα, οπτικά πεδία, συνειδήσεις.

Η εργατική τάξη απ’ την άλλη, κατακερματισμένη, εγκλωβισμένη σε κόμματα που σαν θεό τους έχουν τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό.
Ανήμπορη να αντισταθεί συλλογικά στην βάρβαρη επέλαση της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας.

Σ’ αυτό τον κοινωνικό πόλεμο κάποιοι επέλεξαν να αντισταθούν ένοπλα στην αστική τάξη.

 Να το επαναλάβουμε για άλλη μια φορά για να μην αφήσουμε περιθώρια παρερμηνειών: Δεν μας εκφράζουν οι οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας. 

Απ’ την άλλη όμως, όπως μας δείχνει η ντόπια και διεθνής εμπειρία οι οργανώσεις μειοψηφικής επαναστατικής βίας, οι οργανώσεις "ατομικής τρομοκρατίας", όπως τις αποκαλούσε ο Λένιν, (στην συνέχεια θα σταθούμε αρκετά σ' αυτόν τον μεγάλο επαναστάτη παραθέτοντας αρκετά κείμενα του "αφιερωμένα" σε όσους προσπαθούν να τον βάλουν στα "καλούπια" τους) είναι σάρκα απ' την σάρκα του αντικαπιταλιστικού κινήματος της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Από κει και πέρα μπαίνει ένα άλλο ουσιαστικό ζήτημα. Το πότε και πώς ασκείται η βία, αν είναι επαναστατικά σκόπιμη στη μια ή την άλλη ιστορική συγκυρία, στο ένα ή το άλλο επεισόδιο της αέναης πάλης των τάξεων. 
Και πάνω σ’ αυτά τα ζητήματα τακτικής πρέπει να τοποθετηθούμε μέσα στο αντικαπιταλιστικό κίνημα, μακριά από προβοκατορολογίες και ανιστόρητες απόψεις όπως αυτές που εκφράζονται από το ΚΚΕ αλλά και οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.

Θα συνιστούσαμε στους αναγνώστες μας να διαβάσουν το βιβλίο του Μερλόν Ποντί «Ανθρωπισμός και τρομοκρατία».

Εκεί θα δουν τον Πασκάλ – έναν Γάλλο φιλόσοφο, φυσικό και μαθηματικό- να λέει απ’ τον 16ο ακόμα αιώνα το εξής χαρακτηριστικό: «Ο φόνος ενός από το αντίπαλο στρατόπεδο είναι πράξη θεμιτή. Δυστυχώς έτσι μπορούν να προχωρήσουν οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί».

Στην συνέχεια θα εφαρμόσουμε κι εμείς την τακτική του Ν. Μπογιόπουλου παραθέτοντας ξεκομμένα αποσπάσματα από έργα των Λένιν, Μάρξ, Τσε, Στάλιν, κ.α για το θέμα που αναφερόμαστε και τα οποία λένε ακριβώς τα αντίθετα από τα αποσπάσματα που παραθέτει. 

Πριν όμως δυο κεφάλαια από ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο «Με τη μάχη στο αίμα τους, λαϊκή βία στην προεπαναστατική Ρωσία (1905-1917)».
Επίσης θα παραθέσουμε ολόκληρο το θρυλικό βιβλίο «Εγχειρίδιο του Αντάρτη Πόλεων» του διανοούμενου και ηγέτη της βραζιλιάνικης επανάστασης Κάρλος Μαριγκέλα. Κι αυτό για να προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το σκεπτικό όσων/ες επιλέγουν να ενταχθούν σε οργανώσεις μειοψηφικής βίας. Αυτό το πόνημα υπήρξε και είναι  η "Βίβλος" για το σύνολο σχεδόν των οργανώσεων ένοπλης πάλης σε όλο τον κόσμο.
 /////////////

Μέρος 2 - "Μπολσεβίκοι: Ο τερρορισμός στην πράξη"

 Παραθέτουμε δυο κεφάλαια από το βιβλίο «Με τη μάχη στο αίμα τους, λαϊκή βία στην προεπαναστατική Ρωσία (1905-1917)» (Εκδόσεις Δαίμων του Τυπογραφείου).

Το πρώτο έχει τίτλο "Μπολσεβίκοι: Ο τερρορισμός στην πράξη" Σελ. 132-137 (Οι υπογραμμίσεις δικές μας):

Για τον Λένιν, ηγέτη της μπολσεβίκικης φράξιας των σοσιαλδημοκρατών, η «σωστή θέση» πάνω στο θέμα του τερρορισμού δεν ήταν κάτι που θα μπορούσε να διευθετηθεί άπαξ και δια παντός. Η θέση του διέφερε αναλόγως των αλλαγών στους πολιτικούς του στόχους και προτεραιότητες.
Ως εκ τούτου, το 1902 κατακεραύνωνε τους εσέρους που υπερασπίζονταν τον τερρορισμό «….η αχρηστία του οποίου, τόσο καθαρά αποδεικνύεται από την εμπειρία του ρώσικου επαναστατικού κινήματος. Τον προηγούμενο μόλις χρόνο δήλωνε πως το κόμμα του «…. Ποτέ δεν απέρριψε τον τερρορισμό ως αξία, ούτε και μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο».
Πριν το ξέσπασμα του 1905, ο Λένιν επέμενε στις παλαιότερες θεωρητικές απόψεις του και χαρακτήριζε κάθε τερροριστική δράση ως «…. Ασύμφορο μέσο αγώνα», απορρίπτοντάς την αναλόγως των συγκυριών, …. Αναμένοντας μια αλλαγή των συνθηκών».

Μια σειρά δεδομένων ανάγκασε τον Λένιν να λάβει μια τελική στάση. Πρώτον, δε μπορούσε παρά να αναγνωρίσει το γεγονός πως οι εσέρικες και οι αναρχικές τερροριστικές τακτικές ήταν σαφώς αποτελεσματικότερες στην αποσταθεροποίηση του καθεστώτος, σπέρνοντας το φόβο και τη σύγχυση στις αρχές. 
Ο Λένιν θα έπρεπε επίσης να παραδεχτεί τη βασιμότητα της εσέρικης άποψης πως η τερροριστική δράση μπορούσε να αποδειχτεί ιδιαίτερα αποτελεσματική στην ριζοσπατικοποίηση της αγροτιάς και του προλεταριάτου.

Επιπλέον, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν το 1905, με το χάος να απλώνεται –εκτός ελέγχου τόσο από την εξουσία όσο και από τους επαναστάτες ηγέτες-, ο Λένιν αντιλήφθηκε την αναγκαιότητα του να στρέψει το «αναπόφευκτο αντάρτικο» προς όφελος του κόμματός του και της επανάστασης –έτσι όπως τουλάχιστον εκείνος την αντιλαμβανόταν-. Ακόμα και σε θεωρητικό επίπεδο, η τερροριστική δράση φαινόταν περισσότερο δικαιολογημένη σε μια στιγμή που λάμβανε τεράστιες διαστάσεις και αφορούσε κυριολεκτικά κάθε κοινωνικό στρώμα. Δεν μπορούσε πλέον να αντιμετωπίζεται ως μέσο ατομικής διαμαρτυρίας, αλλά ως στοιχείο της μαζικής εξέγερσης κατά ολόκληρης της κοινωνικοπολιτικής τάξης. Για τον Λένιν ήταν επίσης πολύ σημαντικό πως «… ο παραδοσιακός ρώσικος τερρορισμός ήταν δουλειά συνωμοτούντων διανοούμενων, ενώ μετά το 1905 οι εργάτες έγιναν οι βασικοί θιασώτες».

Με αυτές τις θεωρήσεις κατά νου, ο Λένιν επιτέλους σύνθεσε τις απόψεις του. Στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, ο τερρορισμός ήταν κατάλληλος για τους επαναστατικούς σκοπούς, στο βαθμό «… που ήταν ικανός να διαχέεται μέσα στο μαζικό κίνημα». Αυτή η θέση ουσιαστικά δεν διέφερε από την αντίστοιχη των εσέρων που διακήρυσσε: «… καλούμε σε τερρορισμό, όχι αντί της δουλειάς στις μάζες, αλλά προς όφελος αυτής και παράλληλά της». Τώρα που ο καιρός ήταν πια ώριμος, ο Λένιν κάλεσε «… στα πλέον ριζοσπαστικά μέσα, ως τα μοναδικά επαρκή». Δεν απέκλειε την αποκεντρωμένη τερροριστική δράση, συνηγορώντας στο σχηματισμό ένοπλων ομάδων που «…θα διαφέρουν σε μέγεθος, ξεκινώντας ακόμα και από 2-3 άτομα, αυτό-οπλισμένων με κάθε μέσο που τους είναι διαθέσιμο». Αυτές οι ομάδες «… πρέπει άμεσα να πάρουν εκπαίδευση μάχης και να αναλάβουν επιχειρήσεις».

Σύμφωνα με μια από τις πιο στενές συνεργάτιδές του, την Έλενα Στάσοβα, ο Λένιν μετατράπηκε σε «… εξτρεμιστή παρτιζάνο του τερρορισμού».  Ήδη από τον Οκτώβριο του 1905, ανοιχτά καλούσε τους οπαδούς του κόμματος να εκτελούν χαφιέδες, αστυνομικούς, κοζάκους και μέλη των Μαύρων Εκατονταρχιών, να ανατινάζουν τις εγκαταστάσεις τους και τα αστυνομικά τμήματα, να ρίχνουν οξέα στους αστυνομικούς. Παρέμενε όμως ανικανοποίητος και σε επιστολή του στην κομματική επιτροπή της Πετρούπολης τους επίπληττε: «Με φρίκη, με πραγματική φρίκη, βλέπω πως εδώ και μισό χρόνο μιλάμε για βόμβες, χωρίς να έχετε βάλει ούτε μία».

Ανυπόμονος για άμεση δράση, ο Λένιν έπαιρνε αναρχίζουσες θέσεις για να αντικρούσει τους συντρόφους του: «… όταν βλέπω σοσιαλδημοκράτες να δηλώνουν με περηφάνια "δεν είμαστε αναρχικοί, ούτε κλέφτες και ληστές, είμαστε υπεράνω, απορρίπτουμε την αντάρτικη δράση", ρωτώ τον εαυτό μου: "αυτοί οι άνθρωποι καταλαβαίνουν τι τους γίνεται;"».
Τελικά τον Αύγουστο του 1906, η επίσημη θέση των μπολσεβίκων εκφράστηκε μέσω του έντυπου οργάνου τους, του «Προλετάριου». Συμβούλευαν τις ομάδες μάχης «… να τερματίσουν την απραξία τους και να αναλάβουν μια σειρά αντάρτικων ενεργειών με στόχο τη μίνιμουμ καταστροφή της προσωπικής ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών και τη μάξιμουμ καταστροφή της προσωπικής ασφάλειας των χαφιέδων, των ενεργών μελών των Μαύρων Εκατονταρχιών, των υψηλόβαθμων αξιωματούχων της αστυνομίας, του στρατού, του ναυτικού και ούτω καθ’εξής».

Στην πραγματικότητα ωστόσο, η ανησυχία του Λένιν περί μπολσεβίκικης τερροριστικής απραξίας, ήταν αβάσιμη. Οι οπαδοί του σε όλη τη χώρα ήταν αναμεμειγμένοι σε αναρίθμητα περιστατικά βίας. Αυτά τα τερροριστικά ξεσπάσματα ήταν κατά βάση ανεξέλεγκτα από την κομματική ηγεσία, η οποία ήταν αποκομμένη από την πραγματική δράση, κι έτσι αυτές οι ενέργειες είχαν ελάχιστη σύνδεση με τους ευρύτερους πολιτικούς σκοπούς του κόμματος ή την άμεση στρατηγική του. Επιπλέον, αυτές οι ενέργειες σπάνια αναφέρονταν στα κομματικά επιτελεία, κεντρικά ή περιφερειακά. Στην πραγματικότητα, καθώς οι μπολσεβίκοι δεν διέθεταν κάποιο επίσημο όργανο επιφορτισμένο αποκλειστικά με τον τερρορισμό, -κατά το πρότυπο της εσέρικης «Οργάνωσης Μάχης»- η τερροριστική δραστηριότητά τους λάμβανε ένα αναρχίζοντα χαρακτήρα. Ο μπολσεβίκικος τερρορισμός χτυπούσε μια ποικιλία στόχων, αλλά οι πιο κοινοί ήταν οι ύποπτοι για χαφιεδισμό και προδοσία.

Ενώ η φυσική εξάλειψη χαφιέδων θεωρείτο απαραίτητη για την εκκαθάριση των επαναστατικών γραμμών από άτομα που έθεταν σε κίνδυνο την ομάδα, άλλες τερροριστικές ενέργειες είχαν την εκδίκηση ως κεντρικό κίνητρο. Αυτό π.χ. συνέβαινε με την εκτέλεση δήμιων φυλακών, υπεύθυνων για την επιβολή της θανατικής ποινής σε επαναστάτες κρατούμενους. Οι μπολσεβίκοι εκτελεστές μια τέτοιας ενέργειας δε θα μπορούσαν φυσικά να περιμένουν πως έτσι θα απέτρεπαν μελλοντικές εκτελέσεις συντρόφων τους. Οι μπολσεβίκοι ήταν υπεύθυνοι για πολλές παρόμοιες πράξεις εκδίκησης με στόχο αστυνομικούς και κοζάκους, που είχαν έρθει σε αιματηρή αντιπαράθεση με επαναστάτες.

Η εκδίκηση και η προσπάθεια εξουδετέρωσης των αντιπάλων τους, έστρεψε τη βία των μπολσεβίκων και κατά διαφόρων συντηρητικών στοιχείων του πληθυσμού. Αυτό ήταν το κίνητρο στις 27 Γενάρη 1906 όταν, κατ’ απόφαση της Επιτροπής Πετρούπολης, μια ομάδα μάχης των μπολσεβίκων επιτέθηκε στην ταβέρνα Τβερ, στέκι των εργατών ναυπηγείων, που ήταν μέλη της μοναρχικής  Ένωσης του Ρώσικου Λαού. Τριάντα περίπου θαμώνες δέχτηκαν τρεις βόμβες από τους τερροριστές, κι όταν προσπάθησαν να βγουν από την ταβέρνα, δέχτηκαν τα πυρά των όπλων των μπολσεβίκων. Δύο πέθανα, είκοσι τραυματίστηκαν και οι δράστε διέφυγαν. Αρκετοί από τους διασωθέντες θα εκτελεστούν αργότερα. Παρομοίως, στην πόλη Εκατερίνμπουργκ των Ουραλίων, μέλη της μπολσεβίκικης ομάδας μάχης, που καθοδηγούνταν από τον Ιακώβ Σβέρντοφ, επίμονα τρομοκρατούσαν τα μέλη των Μαύρων Εκατονταρχιών, σκοτώνοντας όσους περισσότερους τσαρικούς μπορούσαν.

Παράλληλα με τις εκτελέσεις ως μέσο εξολόθρευσης των υποστηρικτών του τσαρικού καθεστώτος, οι μπολσεβίκοι επιδίωκαν επίσης να ενσπείρουν τη σύγχυση και τον πανικό στις αρχές, υποβαθμίζοντας έτσι την ικανότητά τους να αμυνθούν στην εξαπλούμενη βία. Οι εξτρεμιστές αντιμετώπιζαν ανηλεώς τους στόχους τους, από επιθεωρητές εργοστασίων, μέχρι αστυνομικούς διαφόρων βαθμών. Σχολιάζοντας αυτές τις τερροριστικές επιθέσεις, κάποιοι μπολσεβίκοι δε μπορούσαν παρά να επισημάνουν την «καταστροφική βία για τη βία»: «… το φθινόπωρο του 1907, μάχιμοι νέοι έχασαν τον έλεγχο και άρχισαν να ολισθαίνουν προς τον αναρχισμό, σκοτώνοντας φύλακες, αστυνομικούς και χωροφύλακες. Σε πυρετώδη κατάσταση, πίστευαν ότι ήταν αναγκαίο το να δράσουν». Δύο μπολσεβίκοι τερροριστές «… παρακολουθούσαν τους κοζάκους, απλά περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να διασκεδάσουν με τις βόμβες τους. Οι κοζάκοι ωστόσο πορεύονταν σε φάλαγγα κατά άντρα, κάνοντας έτσι τις γραμμές τους λιγότερο ευάλωτες σε επιθέσεις. Έτσι οι δύο μαχητές έριξαν τις βόμβες τους σε στρατώνα της αστυνομίας, διασκεδάζοντας με το θέαμα που ακολούθησε: όταν τα αναμμένα φυτίλια σφύριζαν, οι αστυνομικοί πηδούσαν από τα παράθυρα».

Η απόφαση για μια εκτέλεση συχνά προέκυπτε αυθόρμητα από κάποιο κομματικό μέλος, χωρίς τη συγκατάθεση της τοπικής ή κεντρικής ηγεσίας. Τέτοια ήταν η περίπτωση της εκτέλεσης του υπαστυνόμου Νικήτα Περλόφ, στις 21 Φεβρουαρίου 1907, στο Ντμιτριέβκι. Εκτελέστηκε από δύο μπολσεβίκους, τον Πάβελ Γκούσεφ και τον Μιχαήλ Φρούνζε: «… η εκτέλεση του Περλόφ δεν ήταν οργανωμένο σχέδιο, μια προειλημμένη απόφαση της κομματικής οργάνωσης, αλλά μια στιγμιαία παρόρμηση του Φρούνζε. Κατά τη διάρκεια μιας προπαγανδιστικής συνάντησης, κάποιος είδε από το παράθυρο τον Πέρλοφ να περνά. Ο Φρούνζε πήδηξε κάτω  και κάλεσε τον Γκούσεφ να τον ακολουθήσει. Παρά τις διαμαρτυρίες των παρευρισκόμενων, έτρεξαν έξω. Σε λίγο ακούστηκαν πυροβολισμοί».

Ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις η ανάμειξη του κόμματος στον τερρορισμό λίγο είχε να κάνει με το μαζικό κίνημα, εντούτοις υπήρχαν στιγμές που δικαιολογούσαν τη θεωρητική θέση του κόμματος πάνω στο ζήτημα. Σύμφωνα με τον εξέχοντα μπολσεβίκο Βλαντιμίρ Μποντς-Μπρούεβιτς, όταν το σύνταγμα Σεμενόφσκι μπήκε στη Μόσχα για να καταστείλει την εξέγερση του Δεκέμβρη, μελετήθηκε από την κομματική επιτροπή Πετρούπολης το σενάριο «… να απαχθούν δύο δούκες και να τεθούν υπό σαφή απειλή άμεσης εκτέλεσης σε περίπτωση που χυνόταν έστω και μία σταγόνα προλεταριακού αίματος στους δρόμους της Μόσχας». Νωρίτερα, η μπολσεβίκικη ομάδα της Πετρούπολης είχε επιχειρήσει απόπειρα ανατίναξης τρένων που μετέφεραν κυβερνητικά στρατεύματα στη Μόσχα. Τέλος, απαλλοτρίωσαν ένα κανόνι από ναυτικό φυλάκιο, προκειμένου να κανονιοβολήσουν τα χειμερινά ανάκτορα σε περίπτωση όξυνσης της σύγκρουσης.

Συγκεκριμένες άλλες πλευρές της μπολσεβίκικης τερροριστικής δραστηριότητας μπορούν επίσης να εκληφθούν ως κομμάτι της οικονομικής πάλης των μαζών, με τη μορφή των απεργιών. Οι επαναστάτες πραγματοποιούσαν επιθέσεις όχι μόνο ενάντια σε βιομήχανους, διευθυντές εργοστασίων, αστυνομικούς που τους υπερασπίζονταν, αλλά και κατά εργατών που δεν υποστήριξαν τις προλεταριακές κινητοποιήσεις. Οι ξυλοδαρμοί απεργοσπαστών ήταν συνήθεις, όπως και οι εκτελέσεις των πρωτεργατών τους.

Επίσης χρησιμοποίησαν βία ενάντια στην εκλογική διαδικασία για την πρώτη Δούμα, την οποία οι σοσιαλδημοκράτες είχαν αποφασίσει να μποϋκοτάρουν. Παράλληλα με την αντιεκλογική τους αγκιτάτσια, οργάνωσαν επιθέσεις σε εκλογικά κέντρα, κατάσχοντας και καταστρέφοντας τα επίσημα πρακτικά των εκλογικών αποτελεσμάτων. Επίσης, σημειώθηκαν ένοπλες καταλήψεις τυπογραφειών προκειμένου να τυπωθεί έντυπο υλικό.

Αναπτύχθηκε δίκτυο παράνομης εισαγωγής όπλων και εκρηκτικών, θεωρητικά με αποκλειστικό σκοπό τον εξοπλισμό μελλοντικών μαζών εξεγέρσεων, στην πραγματικότητα όμως προς χρήση αντάρτικων επιθέσεων. Υπεύθυνος για την εισαγωγή των όπλων ήταν ο Μαξίμ  Λίτβινοφ, ένα από τα πιο ενεργά μέλη της λενινιστικής φράξιας. Ο Λεονίντ Κρασίν, μέλος της κεντρικής επιτροπής και επικεφαλής της ΤΕΧΝΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΑΧΗΣ, βασικός οργανωτής όλων των μπολσεβίκικων μάχιμων υποθέσεων κατ’ αυτή τη περίοδο και ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Λένιν, προσωπικά συμμετείχε στη συναρμολόγηση των βομβών: «… Ο Κρασίν, και όχι ο Λένιν, έθεσε σε κίνηση τα μπολσεβίκικα σχέδια για ένοπλες ομάδες, ικανές για να χτυπήσουν την κυβέρνηση το 1905. Το Γενάρη ίδρυσε –υπό την κεντρική επιτροπή- την ΤΕΧΝΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΑΧΗΣ για να εποπτεύει όλες τις παράνομες δραστηριότητες του κόμματος. Ο ίδιος ο Κρασίν σχεδίαζε τις βόμβες, αν και η πιο πολλή δουλειά γινόταν από δύο χημικούς με κωδικά ονόματα Α και Ω. Το όνειρό του ήταν να κατασκευάσει μία βόμβα σε μέγεθος καρυδιού».

Λειτούργησαν ειδικές σχολές για εκπαίδευση μάχης των τερροριστών (π.χ. στο Κίεβο) ή ακόμα ειδικότερα για την τεχνική τους κατάρτιση στην κατασκευή βομβών (π.χ. στο Λοβ). Αντίστοιχη σχολή λειτούργησε στο φινλανδικό χωριό Κουοκάλα, καθώς και στη Μπολόνια της Ιταλίας το 1910, χρηματοδοτούμενες από απαλλοτριώσεις που είχαν γίνει στη Ρωσία.

Για τους μπολσεβίκους ο τερρορισμός έγινε ένα αποτελεσματικό και συχνά χρησιμοποιούμενο στοιχείο. Ένα εργαλείο όμως που λίγο είχε να κάνει με τις διακηρυγμένες αρχές τους. Παρέμεινε ωστόσο ένα αποτελεσματικό όπλο στο οπλοστάσιο ριζοσπαστικών ομάδων και ατόμων, καθώς «… στον επαναστατικό αγώνα όλα τα μέσα είναι δόκιμα».

 /////////////

Μέρος 3 - "Απαλλοτριώσεις"

 Από το βιβλίο «Με τη μάχη στο αίμα τους, λαϊκή βία στην προεπαναστατική Ρωσία (1905-1917)» (Οι υπογραμμίσεις δικές μας. Το παρακάτω είναι απόσπασμα του κεφαλαίου)

Απαλλοτριώσεις  

Παράλληλα με τις εκτελέσεις, πολλοί σοσιαλδημοκράτες συμμετείχαν στις απαλλοτριώσεις κρατικών και ιδιωτικών κεφαλαίων. Η αντιφατικό­τητα που επιδείχθηκε από πολλούς σοσιαλδημοκράτες ηγέτες έναντι των εκτελέσεων (με το να τις αρνούνται στη θεωρία και να τις προω­θούν στην πράξη), ίσχυσε και στην περίπτωση των απαλλοτριώσεων.

Στο συνέδριο του 1906 στη Στοκχόλμη, οι σύνεδροι απέρριψαν «…την απαλλοτρίωση χρημάτων από ιδιωτικές τράπεζες και κάθε μορφή κατα­ναγκαστικής συνεισφοράς για επαναστατικούς σκοπούς». Ταυτόχρονα όμως, οι σοσιαλδημοκράτες μαχητές καλούνταν να απαλλοτριώσουν όπλα και εκρηκτικά, καθώς και κρατικά κεφάλαια, πάντα όμως υπό την εντολή των τοπικών κομματικών οργάνων και την προϋπόθεση απόλυτου οικονομικού ελέγχου.
Τυπική έγκριση ωστόσο ουδέποτε ανακοινώθηκε ανοιχτά και ο μόνος ηγέτης που απερίφραστα χαρακτήρισε τη ληστεία ως αποδεκτό μέσο επαναστατικού αγώνα, ήταν ο Λένιν. Αν και άλλοι εκπρόσωποι τάσεων του κόμματος κατέφυγαν στις απαλλοτριώσεις χωρίς επίσημη έγκριση της ηγεσίας, οι μπολσεβίκοι ήταν η μόνη φράξια που επιδόθηκε συστη­ματικά και προγραμματισμένα σε ενέργειες αυτοχρηματοδότησης.

Ήδη από τον Οκτώβρη του 1905, ο Λένιν διακήρυξε την αναγκαιότητα απαλλοτρίωσης πόρων και προσωπικά ασχολήθηκε με αυτό το θέμα. Μαζί με δύο από τους στενότερους συνεργάτες του εκείνης της περιόδου, τον Κρασίν και τον Μπογκντάνοφ (Μαλινόφσκι), οργάνωσε μια ομάδα μέσα στην κεντρική επιτροπή, που έγινε γνωστή ως ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ, με πρωταρχικό στόχο τη συγκέντρωση χρημάτων. Η ύπαρξη αυτού του Κέντρου κρατήθηκε μυστική από το υπόλοιπο κόμμα. 
Αυτό το «γραφείο των 3» διηύθυνε τις επιχειρήσεις απαλλοτρι­ώσεων που πραγματοποιούσαν άτομα «…από την "απαίδευτη", αλλά γεμάτη ζήλο επαναστατική νεολαία, που είναι έτοιμη για όλα». Λόγω της τοπικής ιδιαιτερότητας, ο Καύκασος αποδείχθηκε ο πλέον κατάλληλος για τέτοιες ενέργειες.

Το Μπολσεβίκικο Κέντρο δεχόταν από τον Καύκασο μια σταθερή ροή απεγνωσμένα αναγκαίων κεφαλαίων, χάρη σ’ έναν από τους πιο πιστούς οπαδούς του Λένιν, τον Σεμέν Τερ Πετροσιάν, γνωστό ως Κάμο. Ξεκινώντας από το 1906 και με την υποστήριξη του Κρασίν (ο οποί­ος παρείχε γενική επίβλεψη και βόμβες που κατασκευάζονταν στο εργαστήριο του στην Πετρούπολη), ο Κάμο πραγματοποίησε μια σειρά απαλλοτριώσεων στο Μπακού, στο Κουτάις και την Τιφλίδα. Η πρώτη ληστεία της ομάδας έγινε στην Τιφλίδα το Φλεβάρη.
Το Μάρτη, η ομάδα του Κάμο επιτέθηκε σε τραπεζική χρηματαποστολή σε έναν πολυσύ­χναστο δρόμο του Κουτάις, σκοτώνοντας τον οδηγό και τραυματίζο­ντας τον ταμία. Το Νοέμβριο λήστεψαν μια ταχυδρομική αμαξοστοιχία στο Τσιατούρι. Η πλέον «διάσημη» ληστεία όμως έγινε στην Τιφλίδα, τον Ιούνη του 1907. Σε κεντρική πλατεία της γεωργιανής πρωτεύουσας, οι μπολσεβίκοι έριξαν βόμβες σε δύο οχήματα χρηματαποστολών της Κρατικής Τράπεζας. Αφήνοντας πίσω τους δεκάδες νεκρούς και τραυματίες, ο Κάμο και οι σύντροφοι του διέφυγαν πυροβολώντας και με λεία 250.000 ρουβλιών που αποδόθηκαν στο Μπολσεβίκικο Κέντρο. Η ομάδα είχε επίσης επιδοθεί σε εκβιασμούς βιομηχάνων, αποστέλλοντας τους ειδικά τυπωμένα έντυπα που καθόριζαν το ποσό που όφειλαν να συνεισφέρουν στην μπολσεβίκικη επιτροπή του Μπακού.

Αν και ο Κάμο ήταν η «καρδιά» της ομάδας μάχης του Καυκάσου, ο Στάλιν ήταν ο πραγματικός αρχηγός. Τίποτα δε γινόταν χωρίς τη γνώση και την έγκριση του. Λόγω του θορύβου που προκάλεσε η ληστεία της Τιφλίδας -και της ανάμειξης του Στάλιν σε αυτή-, αποφασίστηκε η διαγραφή του από το κόμμα, μετά από απόφαση του Περιφερειακού Συνεδρίου Υπερ-Καυκασίας των Σοσιαλδημοκρατικών Οργανώσεων. Η απόφαση ανακλήθηκε μετά από έντονες πιέσεις προς την κεντρική επιτροπή, από κομματικούς ηγέτες που βρίσκονταν στο εξωτερικό. Ο Κάμο ήταν πάντα ο
σύνδεσμος μεταξύ ηγεσίας και των μαχητών, που αν και παρέμεναν μέλη του κόμματος, αναγνωριζόμενοι από τους συντρόφους τους ως τέτοιοι, αναγκάστηκαν τυπικά να παραιτηθούν από τις τοπικές τους οργανώσεις, ώστε να μην εκθέτουν το κόμμα με τις -εκτός επίσημης γραμμής- πρακτικές τους. Αυτό οφειλόταν σε προσωπική παρέμβαση του Λένιν προς τον Στάλιν, καθώς θεωρούσε πως αν κάτι πήγαινε στραβά «…οι μενσεβίκοι θα μας «φάνε»».

Αυτοί οι μαχητές -περιλαμβανομένου και του Κάμο-, ελάχιστη γνώση είχαν της σοσιαλιστικής θεωρίας και ελάχιστο ενδιαφέρον παρουσία­ζαν για τις προγραμματικές διαφωνίες μέσα στο κόμμα. Κάποτε, όταν ο Κάμο παρευρέθηκε σε μια συνεδρίαση για το αγροτικό ζήτημα όπου υπήρχε όξυνση μεταξύ μπολσεβίκων και μενσεβίκων, είπε με ηρεμία σε παριστάμενο μπολσεβίκο φίλο του: «…τι κάθεσαι και διαφωνείς μαζί του; Άσε με να του κόψω το λαιμό!». Ταυτόχρονα με την αδιαφορία για θεωρητικά ζητήματα, ο Κάμο και οι σύντροφοι του κυριολεκτικά λάτρευαν τον Λένιν, που τον θεωρούσαν ενσάρκωση του κόμματος. Φημίζονταν για την επαναστατική τους εντιμότητα και παρά τα τεράστια ποσά που περνούσαν από τα χέρια τους, ζούσαν με μισό ρούβλι την ημέρα.

Ο Κάμο θα συλληφθεί στη Γερμανία στις αρχές του 1908, μετά από πληροφορίες που παρείχε ένας πράκτορας της Οχράνα. Είχε πάει στην Ευρώπη με σκοπό να «σπρώξει» μια παρτίδα χαρτονομισμάτων των 500 ρουβλίων, που προέρχονταν από τη ληστεία της Τιφλίδας και ήταν πολύ δύσκολο να διατεθούν στην ίδια τη Ρωσία. Πριν τη σύλληψη του είχε «στα σκαριά» μια τεράστια ληστεία ενός κρατικού θησαυρο­φυλακίου, όπου φυλάσσονταν 15.000.000 σε χαρτονομίσματα και χρυ­σό. Είχαν υπολογίσει ότι θα μπορούσαν να μεταφέρουν μόνο μέχρι και 4.000.000 και σκόπευαν να ανατινάξουν τα υπόλοιπα.

Η ομάδα του Κάμο δεν ήταν η μόνη που πραγματοποιούσε απαλλο­τριώσεις για λογαριασμό του Μπολσεβίκικου Κέντρου. Ο Μπογκντά­νοφ είχε πραγματοποιήσει επαφές με αρκετά μάχιμα αποσπάσματα στα Ουράλια, όπου και πραγματοποιήθηκε συνάντηση μαχητών στην πόλη Ούφα, το Φλεβάρη του 1906, για να προγραμματιστούν μελλο­ντικές απαλλοτριώσεις. Αν και εκτός γραμμής, αυτή η απόφαση επικυ­ρώθηκε από την περιφερειακή μπολσεβίκικη επιτροπή των Ουραλίων.

Πραγματοποιήθηκαν συνολικά πάνω από εκατό απαλλοτριώσεις, υπό την καθοδήγηση του Ιβάν
Καντόντσεφ και των αδερφών του, Εράζμ και Μιχαήλ. Σύμφωνα με ένα σύντροφο του τελευταίου, «…ο Μιχαήλ θεωρούσε τον εαυτό του μαρξιστή. Στις προτιμήσεις του όμως σε ζητήματα τακτικής παρέμενε ριζοσπάστης εσέρος των παλιών ηρωικών εποχών, ένας μαξιμαλιστής, ακόμα και αναρχικός, σίγουρα όμως δεν έμοιαζε με σοσιαλδημοκράτη».

Λεία τους ήταν όπλα, εκρηκτικά, τυπογραφικό υλικό, αλλά και ολόκληρες τυπογραφικές μηχανές. Επίσης απαλλοτρίωσαν κρατικά και ιδιωτικά κεφάλαια, επιτιθέμενοι κυρίως σε ταχυδρομεία και λογιστήρια εργοστασίων. Σημαντικά οφέλη αποκόμισαν και από ληστείες ταχυδρο­μικών αμαξοστοιχιών, όπως αυτές που διέπραξαν τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο του 1906, σε δύο σταθμούς της σιδηροδρομικής γραμμής Σαμάρα-Ζλάτουστ.
Η πλέον «διαβόητη» ληστεία τους όμως, έγινε τον Αύγουστο του 1909, όταν επιτέθηκαν σε τρένο στο σταθμό του Μιάς.
Εκτέλεσαν τους εφτά φύλακες και αστυνομικούς και από το χρηματοκι­βώτιο του τρένου αφαίρεσαν 60.000 ρούβλια και 24 κιλά χρυσού. Στον ίδιο ακριβώς σταθμό είχαν απαλλοτριώσει 86.000 ρούβλια το 1908.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου