#navbar-iframe { display: none !important; }
Αγαπητοί αναγνώστες. Το blog δημοσιεύει άρθρα από διάφορες πήγες. Δεν φέρει καμιά ευθύνη για όσους τα υπογράφουν. Πιστεύουμε πως με αυτόν τον τρόπο συμβάλουμε στον διάλογο που πρέπει να υπάρξει στους κόλπους της αριστεράς.

ΜΗΝΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΒΡΥΣΙΕΣ ΔΕΝ ΔΕΧΟΜΑΣΤΕ.... Και προσοχή, δεν αντέχουμε το ξύλο....!!!

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

10 ΣΗΜΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΩΣ ΔΕΝ ΑΛΛΑΞΕ Ο ΚΟΣΜΟΣ (ΑΚΟΜΑ)

55 ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΜΕΤΑ ΤΙΣ «25 ΓΕΝΑΡΗ» 
 

Της ΜΑΡΙΖΑΣ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ και του ΑΡΗ ΤΟΛΙΟΥ*
1. ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 25ης ΓΕΝΑΡΗ  
Οι εκλογές της 25ης Γενάρη ήταν από κάθε άποψη ιστορικής σημασίας. Μόνο και μόνο η πρόκληση ένα κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς να καταφέρει να κατακτήσει την κυβερνητική εξουσία ήταν τεράστιας σημασίας και με αυτή την άποψη, οφείλει να θεωρείται κεκτημένο από τους αριστερούς στην Ελλάδα: ήταν μια διαδρομή που την περπάτησαν, με συνέπεια και ευθύνη απέναντι στον κόσμο που στήριξε αυτή την προσπάθεια. Δεν ωφελεί λοιπόν, γιατί το να ισχυριστεί κανείς πως η εξέλιξη του 3ου Μνημονίου ήταν αναπόφευκτη και μοιραία σημαίνει πως το «πρώτη φορά Αριστερά» ήταν καταδικασμένο να καταλήξει σε Μνημόνιο. Κάθε άλλο.  
Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν μια ιστορική πολιτική αναγκαιότητα, η οποία θα αποκρυστάλλωνε την πρώτη αποφασιστική νίκη ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό, ενάντια στην πενταετία των Μνημονίων. Ακόμα και η επαναστατικότερη διάνοια, δράση και τακτική δεν μπορεί να απορρίψει πως ο μόνος τρόπος για να μπορέσει το λαϊκό κίνημα να ανακόψει τα μνημόνια ήταν να έχει στα χέρια του (ή έστω στο πλάι του) την κυβερνητική εξουσία.  
Με λίγα λόγια: έπρεπε να νικήσουμε – και νικήσαμε. Το επόμενο στάδιο ήταν που δε μπόρεσε να κάνει πράξη η «κυβέρνηση της Αριστεράς» και από αυτή την εξόχως αποκαλυπτική εμπειρία πρέπει να διδαχτούμε για την επόμενη φορά.  
2. ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ 20ης ΦΛΕΒΑΡΗ
Το πρώτο ασταθές βήμα στη διολίσθηση του ΣΥΡΙΖΑ στη μνημονιακή αγκαλιά ήταν η συμφωνία της 20ης Φλεβάρη – μια συμφωνία με προαπαιτούμενα από τους δανειστές προκειμένου να παραταθεί μέχρι το καλοκαίρι το πρόγραμμα, στο οποίο ήταν «φυλακισμένη» η Ελλάδα. Με αποκλειστικά ρεαλιστικούς όρους, η τότε νεοεκλεγείσα κυβέρνηση είχε τρεις επιλογές (από αυτές που όντως εκφράζονταν εντός της):  
 Η πρώτη ήταν να υπογράψει άμεσα συμφωνία, ώστε να μη μπει σε περιπέτειες  
 Η δεύτερη επιλογή ήταν να βάλει τους όρους της, να απορρίψει ευθύς εξαρχής τους όποιους εκβιασμούς και αξιοποιώντας τη νωπή λαϊκή εντολή (καθώς και τη μεγάλη κοινωνική διαθεσιμότητα της περιόδου, όπως εκφράστηκε από μαζικές συγκεντρώσεις στήριξης στην κυβέρνηση στην Ελλάδα και στο εξωτερικό), να εφαρμόσει τις προεκλογικές και προγραμματικές της δεσμεύσεις, ακόμα και εκτός ευρωζώνης  
 Η τρίτη επιλογή ήταν και αυτή που επιλέχθηκε, καθώς θεωρήθηκε τότε από το Γιάνη Βαρουφάκη και τον Αλέξη Τσίπρα ότι συγχρονιζόταν καλύτερα από όλες με τη λαϊκή εντολή και ισορροπούσε ρεαλιστικά ανάμεσα στην ρήξη και στον ενδοτισμό. Όμως, αυτή η επιλογή δεν ήταν παρά μια ψευδαίσθηση, που καλλιεργήθηκε στους ιθύνοντες της συμφωνίας και την καλλιέργησαν στη συνέχεια με τη σειρά τους κι αυτοί στο λαό – επί της ουσίας, αυτή η επιλογή καθυστερούσε «τεχνητά» την απόφαση που έπρεπε να πάρει αναπόφευκτα η κυβέρνηση: αν θα συγκρουστεί, έστω και αμυνόμενη, με τους δανειστές ή όχι. Και επομένως, η συμφωνία αυτή κρίνεται σε τρία σκέλη: πρώτον, ήταν σαφέστατα μνημονιακή δεύτερον, αυτή καθαυτή δεν ευθύνεται για το τρίτο Μνημόνιο, παρά μόνο για την ολιγόμηνη παράταση του δευτέρου και τρίτον, ήταν εκτός των προεκλογικών δεσμεύσεων και προγραμματικών διακηρύξεων του ΣΥΡΙΖΑ. Παρεμπιπτόντως, πάντως, το τελευταίο δεν είναι κάτι που αφορά στον Γιάνη Βαρουφάκη, όχι επειδή δεν ήταν μέλος του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά επειδή αποκάλυψε πρόσφατα πως δεν είχε ζητηθεί η άποψη του για το περίφημο «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», για το οποίο είχε ενστάσεις και είχε αποσπάσει διαβεβαιώσεις ότι δεν θα αποτελέσει κυβερνητικό πρόγραμμα.  
Πάντως, με δεδομένο πως η μνημονιακή συμφωνία της 20ης Φλεβάρη προοιώνιζε την εξέλιξη της διαπραγμάτευσης, αφού αποκάλυπτε και σε πραγματικό πλέον χρόνο τις διαθέσεις των δανειστών και τη στρατηγική σύγχυση και αδιέξοδα της κυβέρνησης και είχε πράγματι προσωρινό χαρακτήρα, από την 20η Φλεβάρη και μετά δεν υπήρχε καμία δικαιολογία: ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να είχε εκπονήσει εναλλακτικό σχέδιο εξόδου από το ευρώ.  
3. ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΩΡΑ, ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ...   
Την ίδια ώρα, μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ, χιλιάδες σύντροφοι και συντρόφισσες έδιναν μάχη να καταστήσουν ηγεμονικό κάτι που έμοιαζε όλο και πιο αυτονόητο – πως αν δεν υπήρχε συσπείρωση στη βάση γύρω από το εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο που υπερασπιζόταν σθεναρά επί τρία χρόνια η Αριστερή Πλατφόρμα, τότε η κατάληξη θα ήταν κάτι, που, παρότι κανείς δε μπορούσε ακόμα (ή δεν τολμούσε) να προσδιορίσει με ακρίβεια, θα ήταν σίγουρα πιο κοντά στο Μνημόνιο 3 (αν όχι το ίδιο το Μνημόνιο 3), παρά σε οποιαδήποτε συλλογική απόφαση.  
Τα επιχειρήματα που αντέκρουαν αυτό το διαρκώς αυξανόμενο ρεύμα στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ γίνονταν όλο και πιο ασθενικά: «υπονόμευση της κυβέρνησης», «εθνική αναδίπλωση», «σχέδιο Σόιμπλε», «άλλο η Κύπρος, άλλο η Ισλανδία και άλλο η Ελλάδα», «επίθεση στον πλούτο» και άλλα πολλά, τα οποία πραγματικά, αν ήταν, έστω και στο ελάχιστο, πειστικά, θα καταγράφονταν στα ιστορικά κιτάπια της παγκόσμιας ανοησίας.  
Κι όμως, με αντίπαλο αυτές τις ανοησίες, πορεύτηκαν χιλιάδες αγωνιστές και αγωνίστριες σε μια μάχη, που ήταν διαρκής, διόγκωνε τη λαϊκή αποδοχή γύρω από το ΣΥΡΙΖΑ και κινητοποιούσε τεράστια κομμάτια της κοινωνίας: την προσμονή για το «μεγάλο βήμα», την οριστική και αμετάκλητη – έστω και την ύστατη στιγμή – ρήξη με τα μνημόνια.  
Αυτό το «μεγάλο βήμα» δεν έγινε ποτέ. Δεν έγινε γιατί δε δόθηκε η μάχη. Και δε δόθηκε η μάχη, γιατί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προτίμησε ακόμα και να εκτεθεί απέναντι σε μια ευρεία κοινωνική πλειοψηφία, που γινόταν όλο και ευρύτερη καθώς έφτανε στο κρίσιμο σημείο της (αν σκεφτούμε ότι έφτασε στην κορύφωση της την εβδομάδα του δημοψηφίσματος), παρά να δώσει σάρκα και οστά σε ένα σχέδιο που θα έφερνε την Ελλάδα εκτός ευρώ. Τα περί «σχεδίου που ποτέ δεν παρουσιάστηκε» είναι για λαϊκή κατανάλωση, αφού ποτέ δεν υπήρξε η εκπεφρασμένη πολιτική βούληση από την κυβέρνηση για αναζήτηση οποιασδήποτε εναλλακτικής, έξω από τη θανατηφόρα αγκαλιά των δανειστών.  
Έτσι, σε όσους συντάσσονταν στον ΣΥΡΙΖΑ με τη μειοψηφούσα γραμμή δεν δόθηκε ποτέ η ευκαιρία για τη μάχη και έχασαν και τον πόλεμο, αφού εξαντλήθηκαν στην διεκδίκηση της αλλαγής «γραμμής» μέσα από συλλογικά όργανα και διαδικασίες, τις οποίες είχε ήδη φροντίσει να παραλύσει η ηγεσία και τις οποίες έτσι κι αλλιώς καταστρατηγούσε διαρκώς (με αποκορύφωμα την υπογραφή του τρίτου Μνημονίου).  
Σαφέστατα, θα έπρεπε να αναζητηθούν και άλλοι τρόποι, προφανώς εκτός της πεπατημένης, για να διεκδικηθεί η ηγεμονία μέσα στο τότε κυβερνών κόμμα, αφού σε καμία περίπτωση το Μνημόνιο δεν ήταν «μοιραίο να γίνει», παρά μόνο θα ερχόταν «νύχτα», «πραξικοπηματικά» και «από την πίσω πόρτα» - ούτε μέσα από τις κεντρικές επιτροπές, ούτε μέσα από τα συνέδρια. Αυτό δε σημαίνει πως τα στελέχη που παρέμειναν πιστά στη μάχη ενάντια στο Μνημόνιο, ευθύνονται επειδή... παραήταν «κομματικοί». Θα πρέπει, ωστόσο, να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και προβληματισμού ποια ακριβώς είναι εκείνα τα αντανακλαστικά που σταματούν τέτοιου είδους πραξικοπήματα.  
Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι ότι αυτά τα στελέχη, μαζί με τα μέλη που συντάσσονταν με τις θέσεις της Αριστερής Πλατφόρμας ανέλαβαν να σηκώνουν δύο - αντιφατικά μεταξύ τους - φορτία: να μάχονται την ανάγνωση της συγκυρίας που δικαιωνόταν και να προσπαθούν να αποτελούν τους «θεματοφύλακες» της ρεφορμιστικής συνεδριακής γραμμής του ΣΥΡΙΖΑ (με την οποία διαφωνούσαν και ζητούσαν επίμονα να αλλάξει) ως βάση συζήτησης.  
4. ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΩΡΑ, ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΝΕΡΝΗΣΗΣ...   
Εκ των υστέρων, μπορούμε να δούμε αρκετά καθαρά, πως για μεγάλο διάστημα, το πιο νευραλγικό κομμάτι της συνολικής κυβερνητικής πολιτικής, η διαπραγμάτευση αποτελούσε υπόθεση με επιτελικά, σχεδόν συνωμοτικά χαρακτηριστικά, του Αλέξη Τσίπρα και του Γιάνη Βαρουφάκη, την στρατηγική της οποίας ένα μεγάλο μέρος της κυβέρνησης περισσότερο υπέθετε παρά γνώριζε και ένα άλλο μέρος αντιμαχόταν, προκειμένου να υπογραφεί συμφωνία... μια ώρα αρχύτερα.  
Λίγο ο στραγγαλισμός που απλόχερα πρόσφεραν οι «συνομιλητές» της ελληνικής πλευράς, λίγο ο περιορισμός των τακτικών ελιγμών, λίγο οι εσωτερικές αντιφάσεις της (συγκρούσεις Βαρουφάκη – Δραγασάκη), η κυβέρνηση αντιλαμβανόταν πως ο χρόνος τελείωνε και το έδαφος γινόταν όλο και πιο ασταθές. Αυτό που σίγουρα ένωνε όλα τα κομμάτια της ηγετικής ομάδας της κυβέρνησης ήταν η «πάση θυσία απροθυμία» να εγκαταλείψει η Ελλάδα το ευρώ. Αυτό ήταν και το σημείο, το οποίο προκαλούσε σύγχυση στην κομματική και εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ – δηλαδή, όχι τόσο το «μέχρι που λέμε όχι», αλλά το «πόσο πολύ θέλουμε να μείνουμε». Σε τέτοιες περιπτώσεις γενικευμένης σύγχυσης, όσο δημιουργική κι αν γίνεται η ασάφεια, καταρρέουν οι μεταβλητές και οι πραγματικά σταθερές γίνονται όλο και πιο ευκρινείς: μνημόνιο και ευρώ ή ρήξη και εθνικό νόμισμα. Και αφού το δεύτερο αποκλειόταν, άνοιγε ο δρόμος για το πρώτο.  
5. ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ
Κάπως έτσι, φτάσαμε στο δημοψήφισμα.  
Αν όντως ισχύει πως το δημοψήφισμα ήταν σύλληψη και δημιουργία του πρωθυπουργού και της ομάδας του, είναι σαφές πως αποτέλεσε μια προσπάθεια να μη «βαφτούν τα χέρια τους με μνημόνιο» - με άλλα λόγια, αποθεώνοντας για άλλη μια φορά την αξία της λαϊκής βούλησης (η οποία όμως δίνει εντολή για κάτι και κυβερνά μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων), ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε υπολογίζοντας πως το αποτέλεσμα θα είναι τόσο οριακό, ώστε να μην αποτελεί ισχυρή εντολή – εξάλλου, ακόμα και η διατύπωση του ερωτήματος στο δημοψήφισμα έκανε σαφές πως ο συντάκτης του δεν ήθελε να τελεσιδικήσει αποφασιστικά σε κάτι. Ακριβώς αυτό, θα μπορούσε να αφήσει τον ηγετικό πυρήνα της κυβέρνησης σε μια κατάσταση «win-win»: δε θα είχαν υπογράψει μνημόνιο, θα αποχωρούσαν άφθαρτοι με ακόμα μεγαλύτερη αποδοχή και θα μπορούσαν να επικαλεστούν τη συντονισμένη δράση της διαπλοκής απέναντι τους.  
Ωστόσο, πολύ συχνά, οι λαοί αντιλαμβάνονται την πολιτική περισσότερο στην υλιστική της διάσταση, παρά στην ιδεαλιστική της. Έτσι, ο ελληνικός λαός ακόμα κι αν δεν είχε τη διαλεκτική ικανότητα ή την πολιτική συνοχή, να εξηγήσει ανάμεσα σε τι ψήφιζε, είχε πολύ συγκεκριμένο στο μυαλό του, για πολλούς λόγους, ότι το «ΝΑΙ» ήταν η αποδοχή του Μνημονίου και το «ΟΧΙ» η απόρριψη του. Πρωτόλειος ή μη, ο ταξικός προσανατολισμός του «ΝΑΙ» και του «ΟΧΙ» ήταν κραυγαλέος με κάθε δυνατό ερμηνευτικό εργαλείο.  
Και η αλήθεια είναι μία: καμιά λαϊκή εντολή, κανένα λαϊκό αίσθημα, καμία λαϊκή νομιμοποίηση δεν έφραξε ποτέ το δρόμο στην κυβέρνηση για την αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων, ήτοι εκτός ευρώ. Αντιθέτως, αποτελεί ταυτόχρονα ψεύδος, αφέλεια και εξανδραποδισμό της δημοκρατικής βούλησης η εντύπωση ότι εν μέσω capital control, κλειστών τραπεζών, κινητοποίησης αντιδραστικών ομάδων στο δρόμο, πρωτοφανούς συσπείρωσης όλων των φιλοευρωπαϊκών αστικών πολιτικών δυνάμεων και το κυριότερο, οργιώδους προπαγάνδας των κυρίαρχων ΜΜΕ, το 62% των ψηφοφόρων δεν ήξεραν τι έκαναν ή δεν ήταν έτοιμοι για όλα. Προφανώς, η λαϊκή ετυμηγορία ήταν σαφής και κατηγορηματική: μέχρι τέλους!  
6. Η ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΤΟΛΗΣ
Κανένας δεν μπορεί να προχωρήσει σε πολιτικές αναλύσεις, ερμηνεύοντας σκέψεις και προθέσεις που δεν έχουν διατυπωθεί ποτέ ανοιχτά. Ωστόσο, η εκτίμηση ότι επιθυμία του Αλέξη Τσίπρα ήταν ένα οριακό αποτέλεσμα στο δημοψήφισμα αποδεικνύεται από τα πεπραγμένα και από το γεγονός ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε στιγμή, μέχρι την ύστατη ώρα, η κατάλληλα προετοιμασία από την πλευρά της κυβέρνησης ώστε να υπηρετήσει το «ΟΧΙ» του ελληνικού λαού. Εξάλλου, πρέπει να αναγνωρίσουμε κάτι που ίσως στη «μέθη» της νίκης δεν του δόθηκε η πρέπουσα σημασία: την Παρασκευή 3 Ιουλίου στην μεγαλειώδη συγκέντρωση για το «ΟΧΙ» στην πλατεία Συντάγματος, που θα μείνει χαραγμένη βαθιά στην μνήμη όλων όσων βρεθήκαμε εκεί, ο πρωθυπουργός είπε ξεκάθαρα -ίσως πάνω από μία φορά- ότι «ΟΧΙ» δεν σημαίνει έξοδος από το ευρώ.  
Συνεπώς, το Μνημόνιο 3 μπορεί να μην αποτέλεσε σχέδιο της κυβέρνησης στις 20 Φλεβάρη ή νωρίτερα, αλλά ήταν μία ξεκάθαρη επιλογή στις αρχές Ιούλη. Το ΤΙΝΑ («There is no alternative»), λοιπόν, που μπήκε στις ζωές μας εκείνες τις μέρες, δεν ήρθε ουρανοκατέβατο, ούτε μας το «φόρεσαν» από έξω οι δανειστές, αλλά ήταν ξεκάθαρα το αποτέλεσμα των επιλογών της κυβέρνησης, η οποία αποφάσισε να μην επεξεργαστεί καμία άλλη πρόταση (το λεγόμενο «Plan Β») ούτε καν ως διαπραγματευτικό χαρτί. Άρα, η κυβέρνηση -για ακόμα μία φορά χωρίς τον ΣΥΡΙΖΑ- επέλεξε να μην έχει άλλη επιλογή, παρά μόνο την υπογραφή της συμφωνίας.  
Και ήταν εκείνη η στιγμή που το κυβερνόν κόμμα, απέμεινε μόνο «κυβερνόν» παίρνοντας οριστικό διαζύγιο με την Αριστερά. Οποιαδήποτε προοδευτική κίνηση (σύμφωνο συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια κλπ) αποτελούν δείγματα κοινωνικού φιλελευθερισμού και σε καμία περίπτωση παραδείγματα αριστερής πολιτικής. Ταξικά μεροληπτική υπέρ της εργατικής τάξης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί μία πολιτική που βασίζεται στο «οι άλλοι θα τα έκαναν χειρότερα». Στο σημείο αυτό θεωρείται πλέον περιττό να αναλυθεί ποια είναι εκείνα τα στοιχεία που καθιστούν νεοφιλελεύθερη την κυβερνητική πολιτική (ιδιωτικοποιήσεις, ασφαλιστικό, φορολογικό κλπ).  
Πέρα από τα όποια πρακτικά θέματα (συνέχιση μνημονιακής πολιτικής), αλλά και ψυχολογικά (απογοήτευση, ηττοπάθεια), η υπογραφή του Μνημονίου 3 από τον ΣΥΡΙΖΑ δημιούργησε και ένα μεγάλο σοκ στην Αριστερά.  
7. Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΑΣΗΣ
Μπορεί η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ να ήταν σταδιακή και να ξεκινάει πολύ πριν και από τις εκλογές του Γενάρη του 2015, ωστόσο η υπογραφή του Μνημονίου υπήρξε τομή. Είναι η στιγμή όχι απλά της διάψευσης των ελπίδων του κόσμου που στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ και των αγώνων χιλιάδων συντρόφων, αλλά ήταν η στιγμή που -με μία δόση υπερβολής- η Αριστερά έμεινε ορφανή. Μόνες δυνάμεις απέμειναν το «ορθόδοξο» ΚΚΕ και η συνεπής μεν, αλλά χωρίς σημαντικά ερείσματα στην κοινωνία ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Και ήταν εκείνη η στιγμή που όσοι και όσες αποχωρήσαμε τότε από τον ΣΥΡΙΖΑ, αναλάβαμε μαζί με άλλους συντρόφους την ευθύνη να καλύψουμε αυτό το κενό. Ποιο κενό; Το κενό μίας πολιτικής οργάνωσης που θα μπορεί να ορθώνει τα αιτήματα της εργατικής τάξης, να υπερασπίζεται το συμφέρον της τάξης, έχοντας και σχέδιο δράσης για το πως θα το κάνει, κινητοποιώντας τις λαϊκές δυνάμεις αλλά και μία εναλλακτική πρόταση – διέξοδο για το μέλλον. Το αν αυτό το κενό καλύπτεται από την Λαϊκή Ενότητα που πήρε σάρκα και οστά μέσα στα τέλη του καλοκαιριού, είναι ένα ερώτημα ανοιχτό που μένει να απαντηθεί.  
Και αν έχει σε λίγους μόνο γεννηθεί το ερώτημα γιατί η διάσπαση έγινε τη δεδομένη χρονική στιγμή και όχι αργότερα, δεν ισχύει το ίδιο για όσους εκτιμούν ότι έπρεπε να είχε γίνει νωρίτερα. Και ενώ πρόκειται για ένα σημαντικό ερώτημα, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι πολύ απλή. Γιατί ο αγώνας δόθηκε μέχρι τέλους. Μέχρι να εξαντληθούν όλα τα μέσα παρέμβασης στα όργανα και στη βάση εντός ΣΥΡΙΖΑ και μέχρι να τελειώσει ο πολιτικός χρόνος, οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες της Αριστερής Πλατφόρμας έδωσαν μέχρι τέλους μία πολύ σημαντική μάχη: να μην ηττηθεί η πρώτη φορά Αριστερά.  
Υπάρχει, λοιπόν, «κατάλληλη στιγμή». Τα μέλη της Αριστερής Πλατφόρμας και όσων επέλεξαν να αποχωρήσουν από τον ΣΥΡΙΖΑ οποιαδήποτε στιγμή και αν το έκαναν θα ήταν για άλλους «προδότες» και για άλλους «συμβιβασμένοι». Είναι σαφές ότι μιλάμε για μία μάχη που δόθηκε μέχρι τέλους, όπου «τέλος» είναι η κοινή συμπόρευση με τον ΣΥΡΙΖΑ και ότι το τέλος της μάχης για τον στρατηγικό μας στόχο, τον σοσιαλισμό.  
8. ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 20ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ
Δεν χρειάζεται να αναλωθούμε σε περίπλοκες πολιτικές αναλύσεις και εκτιμήσεις. Μία συζήτηση με φίλους, γνωστούς, συναδέλφους αρκεί για το συμπέρασμα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές γιατί «οι άλλοι είναι χειρότεροι». Πέρα από το ότι «η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία» και ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας συνέχιζε να έχει τις αυταπάτες ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να το καταφέρει κάπως καλύτερα, εφαρμόζοντας Μνημόνιο, ένα άλλο κομμάτι της κοινωνίας δεν άντεχε να δει στην εξουσία πρόσωπα όπως Μεϊμαράκης, Άδωνις, Βορίδης κλπ (ε, και έβαλαν και οι δημοσκοπικές εταιρίες το χεράκι τους για να φανούν οι εκλογές σαν ντέρμπι μεταξύ των δύο). Ταυτόχρονα, το ζωντανό ακόμα πολιτικό κεφάλαιο του Αλέξη Τσίπρα, όπως το αντιλαμβανόταν μια ευρεία κοινωνική μειοψηφία (σχηματικά: «εκείνος που δεν είχε σχέση με τους προηγούμενους και όντως θα αναλάμβανε να μεταφέρει ατόφιο το ΟΧΙ του λαού στους δανειστές») παρέμεινε καταλυτικό, παρά την διάψευση και ανάδειξη της εσωτερικής του αντίφασης.  
Αν, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ο μεγάλος νικητής εκείνης της βραδιάς, η Λαϊκή Ενότητα ήταν σίγουρα από τους μεγάλους χαμένους. Μία ήττα που για την ελληνική κοινωνία σήμαινε ότι οι μόνες αντιμνημονιακές δυνάμεις στο ελληνικό κοινοβούλιο ήταν πλέον το ΚΚΕ και κατ' επίφαση η Χρυσή Αυγή (όσο αντιμνημονιακό είναι ένα κόμμα που κάνει συστηματικά πλάτες στο μεγάλο κεφάλαιο, έχει νεοφασιστικό περιεχόμενο και δομή και εσχάτως, προσανατολισμό προς την παραμονή στο ευρώ). Τι, όμως, μας οδήγησε σε αυτήν την ήττα; Εδώ, μπορούμε να εντοπίσουμε περισσότερους από έναν λόγους και σίγουρα είναι μία συζήτηση που οφείλουμε να κάνουμε, χωρίς ταμπού, για να βγάλουμε τα απαραίτητα συμπεράσματα για το μέλλον.  
Σίγουρα, ρόλο έπαιξαν κάποιες αντικειμενικές δυσκολίες που δεν πρέπει να τις παραβλέπουμε: πολύ μικρό χρονικό διάστημα για να βρεθούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις που συμμετέχουν στη Λαϊκή Ενότητα και να αρθρώσουν έναν ενιαίο πολιτικό λόγο και λίγος ο χρόνος μέχρι της εκλογές για να σε μάθει και να σε εμπιστευτεί ο κόσμος, για να δώσεις κάποια δείγματα γραφής. Ωστόσο, ένας βασικός λόγος που η Λαϊκή Ενότητα δεν μπόρεσε να πείσει, ήταν γιατί δεν έδωσε συγκεκριμένες προγραμματικές απαντήσεις στα ερωτήματα που γεννιόντουσαν στο κόσμο κυρίως σε σχέση με τη διαδικασία μετάβασης στο εθνικό νόμισμα. Το 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αναδείχθηκε πρώτο κόμμα λόγω του προγράμματος της Θεσσαλονίκης, ωστόσο και σε αυτή την περίπτωση ισχύει μία ελληνική παροιμία: όταν καείς με τον χυλό, φυσάς και το γιαούρτι. Και κυρίως ότι δεν προβάλεις απλά μια «καλύτερη διαχείριση του συστήματος», αλλά μία προοπτική ρήξης και έναν τελείως διαφορετικό δρόμο που αναγνωρίζεις ότι θα είναι δύσκολος, οφείλεις τότε να είσαι συγκεκριμένος.  
9 ΕΓΩ ΚΙ ΕΣΥ ΜΑΖΙ (;)
Παραπάνω έγινε σαφές, και η ίδια η ζωή το έχει κάνει ακόμα πιο σαφές, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορούσε πλέον να αποτελέσει την πολιτική σκέπη μας. Στην ερώτηση, αν ο ΣΥΡΙΖΑ, βρίσκεται στο απέναντι στρατόπεδο πλέον, η απάντηση είναι καταφατική, από την στιγμή που εφαρμόζει άκρως αντιλαϊκές πολιτικές, έστω κι αν προσπαθεί να τις πασπαλίσει με λίγο φιλελευθερισμό και κεϋνσιανισμό και πάντα, στο βαθμό που δεν έχουν δημοσιονομικό κόστος, άρα την έγκριση των δανειστών. Για παράδειγμα, θετικό βήμα η δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στους ανασφάλιστους, αλλά αυτό δε συνιστά ολιστική αριστερή πολιτική, όταν το κράτος Αριστερή πολιτική θα ήταν να γίνονταν βήματα στο να μην υπάρχουν πια ανασφάλιστοι και 1,5 εκατ. άνεργοι. Θετικό το σύμφωνο συμβίωσης για το ομόφυλα ζευγάρια, αλλά δεν «συγχωρεί τις αμαρτίες» για την πώληση των λιμανιών και των αεροδρομίων. Ας το έχουμε καθαρό!  
Από εδώ και πέρα, έχει ανοίξει μία ευρύτερη συζήτηση για το αν μπορούν τα μέλη της Λαϊκής Ενότητας να συνυπάρχουν σε διάφορα κοινωνικά μέτωπα με τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι απόλυτα δικαιολογημένη η απογοήτευση, κυρίως του κόσμου της Αριστεράς, που βιώνει τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και ως προδοσία. Όσο «politically incorrect» κι αν θεωρούνται κάποιες αντιδράσεις (αποκλεισμός από Φεστιβάλ κλπ), είναι απόλυτα εξηγήσιμες. Η Λαϊκή Ενότητα οφείλει να συμμετέχει και να οργανώνει κάθε αντικυβερνητική έκφραση, οφείλει ωστόσο να παραμένει «ανοιχτή» και απέναντι σε κάθε μέλος του ΣΥΡΙΖΑ που θέλει να συμμετέχει. Το να βρίσκονται άνθρωποι με ριζοσπαστικές κοινωνικές ευαισθησίες και αριστερές συνειδήσεις σε κόμματα που δεν είναι αριστερά είναι κάτι που έχει ξανασυμβεί.  
Ποικίλουν οι λόγοι που αρκετοί και αρκετές επέλεξαν να παραμείνουν στον ΣΥΡΙΖΑ, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όσο συνεχίζει στην σκληρή νεοφιλελεύθερη γραμμή δεν θα υπάρχουν και νέες αποστρατεύσεις. Στα κινήματα και στα μέτωπα δεν χωράνε ιδεολογικές καθαρότητες – με εξαίρεση τους φασίστες που δεν χωρούν πουθενά. Στους αγώνες ισχύει το «ισχύς εν τη ενώσει» και σήμερα είναι πιο αναγκαία από ποτέ η κινητοποίηση ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων για να σταματήσει αυτή η καταστροφική πολιτική (ασφαλιστικό, ιδιωτικοποιήσεις, δηλαδή τα Μνημόνια). Μετά, είναι «στοίχημα» για τη δική μας Αριστερά αν θα μπορέσει μέσα από τους κοινούς αγώνες να καταστήσει ηγεμονικές τις ιδέες της στον κόσμο.  
Και όσον αφορά ειδικότερα κάποια σχήματα και παρατάξεις (σε δήμους, περιφέρειες, σωματεία) που μπορεί να συμμετέχουν και μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, για τη Λαϊκή Ενότητα αυτό που πρέπει να παίζει ρόλο είναι το πολιτικό πλαίσιο αυτών των χώρων να μπορεί να μας εκφράζει. Το κρίσιμο, με άλλα λόγια, είναι η πραγματική πολιτική που κάνει τομές υπέρ του κόσμου της εργασίας - ο συμβολισμός, όσο βαθύς κι αν είναι αυτός, μπαίνει σε δεύτερο επίπεδο. Και από εκεί και πέρα, όσους και όσες πλέον δεν τους χωρά ένα πλαίσιο, η πόρτα είναι ανοιχτή...  
10. Από εδώ και πέρα  
Στο παρόν κείμενο μιλήσαμε πολύ για το παρελθόν, για όσα συνέβησαν και όσα μας σημάδεψαν. Επιχειρήσαμε να δώσουμε ερμηνείες και εξηγήσεις. Όλα αυτά θα έχουν αξία στον βαθμό που θα μας βοηθήσουν να σχεδιάσουμε το από εδώ και πέρα.  
Η πραγματικότητα δεν είναι ρόδινη: η πρώτη και δεύτερη φορά Αριστερά έχει βάψει τα χέρια της με Μνημόνιο και η αντιπολίτευση που ανασυντάσσεται μετά τις εκλογές, έχει το πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη, δηλαδή ένα άκρως επικίνδυνο μιξ ακροδεξιάς και νεοφιλελευθερισμού.  
Θα πρέπει, λοιπόν, να αποφύγουμε για ακόμα μία φορά τυχόν λογικές τύπου «μη χείρον βέλτιστο». Και αυτό θα συμβεί μόνο αν καταφέρουμε να πείσουμε τον κόσμο ότι υπάρχει εναλλακτική. Πιο είναι, λοιπόν, το δικό μας καθήκον; Η Λαϊκή Ενότητα οφείλει να παίξει καθοριστικό ρόλο, χωρίς φοβίες, σε όλα τα κινήματα που θα αντιπαλεύονται τις αντιδραστικές και αντιλαϊκές πολιτικές. Μέσα από τη δράση της στις γειτονιές, στους χώρους δουλειάς και εκπαίδευσης και στα κινήματα οφείλει να «μπολιάσει» τις ιδέες της. Αυτό προϋποθέτει ότι άμεσα και μέσα από τις ιδρυτικές της διαδικασίες θα πρέπει να αρθρώσει το πρόγραμμά της, ένα πρόγραμμα που προφανώς θα μένει ανοιχτό σε επεξεργασίες και βελτιώσεις. Η Λαϊκή Ενότητα πρέπει κυρίως να καταφέρει να εμπνεύσει τον κόσμο, μέσα από τη δράση της, μέσα από τις ιδέες, αλλά και μέσα από την ίδια την συγκρότησή της. Η Λαϊκή Ενότητα οφείλει να είναι δημοκρατική στην συγκρότησή της, μακριά από κάθε αρχηγοκεντρικό μοντέλο. Ας αρχίσουμε να παλεύουμε με συντροφικότητα για τις ιδέες μας και όχι για συσχετισμούς, αφήνοντας πίσω όσα μας έχουν κουράσει και μας έχουν φθείρει.  
Ας θυμόμαστε ότι θέλουμε να φτιάξουμε ένα καινούριο, καλύτερο κόσμο. Και αυτός ο κόσμος, αφού θα τον φτιάξουμε εμείς, δεν μπορεί παρά να μας μοιάζει...
*Πηγή: Brigada.gr

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016


 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου